Η υπόθεση της κρατικής «διάσωσης της Aegean με δημόσιο χρήμα δεν είναι απλώς μια ενίσχυση εν μέσω πανδημίας.
Αποτελεί πλήρες παράδειγμα του πώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη σχεδίασε, υλοποίησε και υπερασπίστηκε μια παρέμβαση που ωφέλησε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κύκλους και άφησε το δημόσιο εκτεθειμένο. Το κράτος έβαλε 120 εκατ. ευρώ, γνώριζε εξαρχής ότι θα πάρει πίσω μόλις περίπου 85 εκατ., αποδέχτηκε ζημιά σχεδόν 35 εκατ. ευρώ και στη συνέχεια μέσα από χειρισμούς στην αποτίμηση των warrants έχασε επιπλέον 4,26 εκατ. ευρώ που δικαιούνταν βάσει νόμου.
Για τους απλούς πολίτες το κράτος είναι αμείλικτο: επιδόματα κόβονται με το παραμικρό λάθος, οφειλές κυνηγιούνται μέχρι τελευταίου ευρώ, προθεσμίες και κανόνες εφαρμόζονται χωρίς καμία ανοχή. Για τους ημέτερους, όμως, οι κανόνες λυγίζουν. Και τα εκατομμύρια χάνονται σιωπηλά.
Πίσω από την Aegean άλλωστε βρίσκονται πρόσωπα και οικογένειες με μακροχρόνιες πολιτικές και επιχειρηματικές διασυνδέσεις: ο βασικός μέτοχος Ευτύχης Βασιλάκης, η εφοπλιστική οικογένεια Λασκαρίδη, offshore εταιρείες που χρηματοδότησαν την εταιρεία της Μαρέβας Μητσοτάκη και μέσα ενημέρωσης με καθοριστικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα. Ολα αυτά δεν είναι υποθέσεις, πέντε χρόνια μετά, έρχεται να επιβεβαιώσει θεσμικά το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο της χώρας καταγράφει ότι ακόμη και μέσα σε ένα ήδη ζημιογόνο για το δημόσιο πλαίσιο ο νόμος δεν εφαρμόστηκε σωστά, με αποτέλεσμα πρόσθετη απώλεια δημόσιου χρήματος. Οταν οι ημερομηνίες «μετακινούνται» και οι αποτιμήσεις «διορθώνονται» προς μία κατεύθυνση, το συμπέρασμα είναι ένα: δεν πρόκειται για αβλεψία αλλά για κράτος δύο ταχυτήτων. Αυστηρό για τους πολλούς. Ελαστικό για τους λίγους.
Διαβάστε περισσότερα για το θέμα...



