Ένα νέο κύμα επιπλέον «λουκέτων» σε στρατόπεδα και εκτεταμένων συγχωνεύσεων σχηματισμών βρίσκεται προ των πυλών, με την μερίδα του λέοντος να αναλογεί, όπως είναι αναμενόμενο, στον Στρατό Ξηράς. Από τα πιο εντυπωσιακά της νέα φάσης είναι η δημιουργία «Πολυστρατοπέδων», τα οποία θα περιλαμβάνουν πολλές μονάδες και ειδικότητες, κάτι το οποίο θα μειώσει δραματικά τις ανάγκες φύλαξης – ειδικά σε ανθρώπινους πόρους. «Υπήρχε στρατόπεδο με υλικά, κυρίως λαμαρίνες, για το οποίο διαθέταμε 20 άτομα φύλαξης» αναφέρει χαρακτηριστικά ανώτατη πηγή.
Στο πρώτο μεγάλο στάδιο της μεταρρύθμισης, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχώρησε στο κλείσιμο ή τη συγχώνευση 187 στρατοπέδων και σχηματισμών.
Πολλά από τα στρατόπεδα που καταργήθηκαν ή συγχωνεύτηκαν παρουσίαζαν ποσοστά επάνδρωσης που μετά βίας ξεπερνούσαν το 20% έως 30% της προβλεπόμενης πολεμικής ή ειρηνικής τους σύνθεσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις στην ενδοχώρα, στρατιωτικές μονάδες λειτουργούσαν με ελάχιστους οπλίτες και στελέχη, οι οποίοι αναλώνονταν αποκλειστικά σε καθήκοντα φύλαξης των εγκαταστάσεων και συντήρησης των κτιρίων, αντί να εκπαιδεύονται ή να υπηρετούν την επιχειρησιακή αποστολή τους.
Η εξοικονόμηση πόρων από το κλείσιμο των 187 στρατοπέδων υπήρξε εντυπωσιακή και άμεση. Η κατάργηση λειτουργικών εξόδων, όπως η θέρμανση, το ηλεκτρικό ρεύμα, η συντήρηση παλαιωμένων κτιριακών υποδομών, η φύλαξη και οι μεταφορές, επέτρεψε στις Ένοπλες Δυνάμεις να εξοικονομήσουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε ετήσια βάση. Το συνολικό όφελος υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, κεφάλαια που σύμφωνα με το υπουργείο αποδεσμεύτηκαν από τη μέριμνα για «ντουβάρια» και διοχετεύθηκαν στην ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, τη συντήρηση κύριων υλικών και τη μέριμνα για το ανθρώπινο δυναμικό.
Σημαντικότατο ρόλο στην λήψη των αποφάσεων για την συρρίκνωση των στρατοπέδων παίζει το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, το οποίο αποτυπώνεται ανάγλυφα στους αριθμούς των οπλιτών θητείας με την πάροδο των δεκαετιών. Η σταδιακή αλλά σταθερή μείωση των γεννήσεων άλλαξε δραματικά την εικόνα της επάνδρωσης στις μονάδες.
Κατά τη δεκαετία του 1980, ο μέσος ετήσιος αριθμός των οπλιτών θητείας άγγιζε τις 110.000 έως 120.000, προσφέροντας υπερεπάρκεια προσωπικού για την υποστήριξη του τότε διογκωμένου δικτύου μονάδων. Στη δεκαετία του 1990, ο αριθμός αυτός υποχώρησε γύρω στις 80.000 με 90.000 στρατεύσιμους ετησίως. Η πτωτική πορεία συνεχίστηκε ακάθεκτη τη δεκαετία του 2000, όταν ο ετήσιος μέσος όρος διαμορφώθηκε στις 50.000 με 60.000 οπλίτες, για να φτάσουμε στη σημερινή πραγματικότητα όπου οι στρατεύσιμοι κυμαίνονται κατά μέσο όρο μεταξύ μόλις 25.000 και 30.000 ετησίως. Η δραματική αυτή συρρίκνωση κατέστησε σαφές ότι η διατήρηση εκατοντάδων στρατοπέδων οδηγούσε σε μονάδες «φαντάσματα».



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου